Ερωτόκριτος (στίχοι 389-402)


«Κι όντεν η νύκτα η δροσερή καθ’ άνθρωπο αναπεύγει,


και κάθε ζο να κοιμηθή τόπο να βρη γυρεύγει,


ήπαιρνε το λαγούτον του κι εσιγανοπερπάτει,


κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι.


Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ‘χε σαν αηδόνι,


κάθε καρδιά να του γρικά κλαίει κι αναδακρυώνει.


Ήλεγε κι ανεβίθανε της ερωτιάς τα πάθη,


και πώς σ’ αγάπη εμπέρδεσε κι εψύγη κι εμαράθη.


Κάθε καρδιά ανελάμπανε, αν ήτο σαν το χιόνι,


σ’ έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνη.


Εμέρων’ όλα τ’ άγρια, τα δυνατά απαλαίνα,


στο νουν τ’ ανθρώπου ό,τ’ ήλεγε με λύπηση πομένα∙


εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα,


το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα.»




αναβιθάνω: διηγούμαι


ανάδια: απέναντι


Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/11/blog-post_07.html#ixzz341wyIp00 

Comments

There are no comments on this post.