Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,

Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,



Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,



Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·

Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του



Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,



Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα



Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,



Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,

Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια



Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος



Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος



Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει



Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·



Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα



Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»



Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·



Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.



Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,



Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει 


Comments

There are no comments on this post.